μνημείο Ηρώων μάχης Αυγενικής 1897

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΑΥΓΕΝΙΚΗΣ του 1897
Εξιστορεί ο ΚαλαιτζοΑντώνης
Εις μεγάλη αναστάτωση ευρισκόταν ολόκληρη η Κρήτη με διάφορες διαδόσεις ότι σύντομα θα εγένετο επανάσταση εναντίον του τουρκικού στρατού κατοχής, διότι οι Κρήτες δεν ημπορούσαν να βαστάζουν πλέον την τυραννίαν.
Γενικός διοικητής του Κάστρου, ήταν τότε ο αιμοβόρος και χριστιανομάχος Πασάς, Μεχμέτ Εμίν. Αργότερα, το 1898, έκανε τη σφαγή του Ηρακλείου, στις 25 Αυγούστου 1898, που σήμανε και το τέλος της εν Κρήτη κυριαρχίας και τουρκικής κατοχής. Αυτός ο Πασάς διέταξε να συγκεντρωθούν όλοι οι Τουρκοκρητικοί μετά των οικογενειών τους από όλα τα χωριά, εις το χωριό Μοίρες της Μεσαράς. Από πάνω από τις Μοίρες ήταν ένας στρατώνας όπου έμενε πάντοτε ένα τάγμα τουρκικού στρατού-Νιζάμ Ασκέρι-. Αφού μαζεύονταν εκεί όλοι οι Τουρκοκρητικοί με τις οικογένειες των, θα τους παραλάμβανε το τάγμα του τουρκικού στρατού και θα τους συνόδευε υπό συνοδεία εις το Κάστρο Ηράκλειο-.
Εξεκίνησαν από τις Μοίρες το πρωί της 27ης Ιανουαρίου 1897 και από όπου περνούσαν κατέστρεφαν και έκαιγαν τα πάντα. Επικεφαλής του τουρκικού τάγματος ετέθη ο ίδιος ο έπαρχος, ένας κακός Τουρ- κοκρητικός, Αμπαδιότης ονομαζόμενος, από την Αμπαδιά, Μπεσίμ Σαριδάκης. Διοικητής του τάγμα- τος ήταν ένας τούρκος Λοχαγός, τον έλεγαν Ισμαήλ Αγά. Ένας μπεκίρης αιμοβόρος Τούρκος, προφανώς ξένος, όχι Κρητικός.
Όταν έφτασαν εις Αγία Βαρβάρα, έκαναν μεγάλη, στάση. Διέταξε τους Αγιο- βαρβαρίτες και του έφεραν εκεί μισή οκά ρακί, την οποία ήπιε μονομιάς όλη. Όταν περνούσε το τουρκικό τάγμα, από το χωριό Αυγενική, ήταν σχεδόν μεθυσμένος. Πολλοί χωριανοί κατέβηκαν στο δρόμο στην εκκλησία, να δουν τον τουρκικό στρατό που περνούσε.
Κατά την ημέρα εκείνη εγένετο ο γάμος του Γεωργίου Κοσμαδάκη, και μερικοί εν ευθυμία διατελούντες, ερίχναμε με δίκανα ντουφεκιές. Ο έπαρχος Μπεσίμ Σαριδάκης και ο μεθυσμένος διοικητής του τάγματος Ισμαήλ Αγάς, ενόμισαν ότι έριχναν εναντίον του τουρκικού στρατού και διέταξαν τους τούρκους Νιζάμηδες να ρίξουν κατά των Αυγενικιανών. Όταν άρχισαν να ρίχνουν οι Τούρκοι, κατέ- βηκε ο Αντώνιος Βλαχάκης και εζήτησε εξηγήσεις από τον Τούρκο Κολάγαση Διοι- κητή και του ζήτησε να του παραδώσει τους τουρκοκρητικούς να τους έχει για ομήρους
Αυτό βέβαια δεν ήταν δυνατό να γίνει και ερώτησε ποιος ήταν ο καπετάνιος των Αυγενικιανών και υπέδειξαν τον Βλαχαντώνη και τον επήραν μαζί των. Και στου Κωστή του Θωμαδάκη τη στέρνα από κάτω ήταν δυο λεμονιές, εκεί τον ετου- φέκισαν τόσο κοντά που πήραν τα ρούχα του φωτιά και εκάηκε.
Αυτός ήταν ο θάνατος του Βλαχαντώνη.
Ο Σταύρος Σπινθουράκης, όταν εσκότωσε εις τα Κούσκουρα την “κεφάλα’’, τον αιμοβόρο τούρκο από το Αξέντι, Μακρά Αμέτη, χριστιανομάχο κακό και παλικαρά των Αξεντιανών, που αλώνιζε από πάνω από την Παλαιά στέρνα, που είναι το πηγάδι του Ζαχαρία Πρεβελιανάκη. Και ο Σταύρος έβοσκε πρόβατα. Ο Μακρο- μεμέτης τον εζύγωνε να βγάλει τα πρόβατα από το χωράφι του με ένα χαχάλι που εσύμπαινε το αλώνι. Ο Σταύρος του ‘πε : φύγε Μεμέτη γιατί θα σε σκοτώσω και ακριβώς δεν ήταν παρά δυο μέτρα κοντά και του έριξε και τις δυο κάνες του τσιφτέ και τον έριξε κάτω, δυο μέτρα άντρα. Αμέσως έφυγε και πήγε στην Αθήνα ο Σταύρος και όταν έγιναν τα γεγονότα της κρητικής επανάστασης εκατέβηκε κάτω ως εθελοντής και εκρατούσε και ένα όπλο γκρανάκι, το οποίο εχρησιμοποίησε στο χωριό του την Αυγενική κατά τη μάχη με τους τούρκους. Εσκοτώθηκε δε εις του Μπολοζαχάρη τις συκές απέναντι, στην άκρη της Σοχώρας, ο Θεοχάρης Βλαχάκης, αδελφός του Παπα Μιχάλη.
Εσκοτώθηκε εις τη γωνιά της Παναγιάς ο Ξενοφών Χελιδόνης και Νικόλαος Γεργιανάκης έπεσαν εις του Τζαμπουροχαραλάμπη το σπίτι από κάτω σχεδόν μαζί γιατί ο Νικολής πήγε να βοηθήσει τον Ξενοφώντα και έπεσε και αυτός εκεί.
Τα Πετράκια σκοτώθηκαν σχεδόν χωριστά στη Σοχώρα. Η Μούσα ψάλει: 27 του Γεναργιού μια Τρίτη μαυρισμένη επτά λεβέντες έχασες Αυγενική καημένη. Λεβέντες στην παλικαριά και εχρή για το σουλτάνο με δίχως όπλα επέσανε εις το Νιζάμ Ασκέρι επάνω, και τους διέλυσαν.
Εγενικεύθηκε έπειτα η μάχη γενικεύθηκε και πήραν μέρος όλοι και είχαν τουφέκια κυνηγοτούφεκα, γιατί γκράδες δεν υπήρχαν. Μετά τη μάχη της Αυγενικής έφεραν τις γκράδες εις την Αγία Πελαγία στη Φόδελε. Τα μόνα όπλα που υπήρχαν ήταν του Μύρωνα Χελιδόνη, ένα τούρκικο μαρτίνι και ο Κώστας Κοσμαδάκης, αδερφός του γαμπρού, ένα γαλλικό όπλο σασεπό και ο οποίος από τα Βορινά, τη γωνιά του Γεγιανάκη, εσκότωσε πολλούς Τούρκους. Η μάχη εκράτησε μέχρι τα μεσάνυχτα 12μ.μ. και υπό ραγδαία βροχή. Ο τούρκος έπαρχος Μπεσίμ Σαριδάκης με το διοικητή του τάγματος Ισμαήλ Αγά, ενόμισαν ότι ήταν σχέδιο των πέντε χριστιανικών χωριών, Αυγενικής, Βενεράτου, Δαφνών,Κερασίων, Σίβας, να τους βάλουν στη μέση και να τους χτυπούν από παντού.
Εζήτησαν από τον Άγιο Μύρωνα ενισχύσεις, που ήταν έδρα συντάγματος τουρκικού στρατού. Τους απάντησαν ότι δεν ημπορούσαν να τους στείλουν ούτε ένα Νιζάμι στρατιώτη, γιατί τους είχαν περικυκλωμένους επί τρεις ημέρες χίλιοι περίπου χριστιανοί και τότε βάρεσαν διάλυση και επήρε ο κάθε ένας όπου ήθελε. Πολλοί επήγαν από τα Λακιά στο Σινάπι αλλά έπεσαν στο ποτάμι που έσερνε τότε και επνίγηκαν και μετά δυσκολίας εσώθηκε ο έπαρχος Μπεσίμ Σαριδάκης και ο διοικητής του τουρκικού τάγματος, Λοχαγός Ισμαήλ Αγάς. Έτσι με τον πανικό επήλθε η διάλυση του τάγματος εξολοκλήρου και με πολλούς φονευθέντες. Εις ελεηνήν δε κατάσταση έφτασαν περίπου μισοί εις το Κάστρο.
Απολογισμός της μάχης: Φονευθέντες Αυγενικιανοί
• Αντώνιος Βλαχάκης • Θεοχάρης Βλαχάκης • Ξενοφών Χελιδόνης • Νικόλαος Γεργιανάκης • Κωνσταντίνος Πετράкns • Γεώργιος Πετράκης • Σταύρος Σπινθουράκης
Έπεσαν ηρωικώς για ελεύθερία άπαντες κάτοικοι Αυγενικής, μακάρια η μνήμη αυτών. Όλα τα ανωτέρω γεγονότα της εποχής εκείνης μας τα διηγήθηκε υπευθύνως προ 50 ετών ο αείμνηστος Γεώργιος Οικονομίδης που ήταν τότε διερμηνέας του τούρκου Διοικητού Ηρακλείου Μεχμέτ Εμίν Πάσα και εγνώριζε καλώς την τουρκικήν. Ήταν δε άνθρωπος τίμιος, ευσυνείδητος, και μας είπε την αλήθεια για τη μάχη της Αυγενικής του 1897 του Ιανουαρίου την 27η, ώρα 4 — 12 μεσάνυχτα, που οι Τούρκοι με μεγάλες απώλειες. Τα γεγονότα τα γράφω όπως μας τα είπε ο Γεώργιος Οικονομίδης και τα ονόματα των Τούρκων διοικητών. Αυτά τα άκουσα και από πολλούς γέρους χωριανούς που ήταν μάρτυρες της μάχης για ελευθερία. Τις ανωτέρω σημειώσεις μου τις έδωσε ο ίδιος ο Οικονομίδης και τας οποίας έχω από τότε, όσον αφορά για τους Διοικητές του τουρκικού τάγματος. Αυτό το ντοκουμέντο πρέπει να κατατεθεί στο αρχείο της κοινότητας και εάν είναι δυνατό να το διαβάσουν όλοι οι νέοι του χωριού και άλλοι.
Εν Αθήναις τη 15η Σεπτεμβρίου 1980
Ο γράφων
την έκθεσην Έφεδρος αξιωματικός Αντώνιος Ιω. Καλαϊτζάκης
Παρακάτω η μάχης της Αυγενικής σε έμμετρη μορφή . Η πρώτη από τον Καλαιτζάκη Αντώνιο και η δεύτερη από τον Παπαδάκη Εμμανουήλ του Γ. από το Βενεράτο.
Στη μνήμη αὐτῶν πού ἔπεσαν στη μάχη του 1897 ‑17 Ιανουαρίου-
Στα χίλια Οχτακόσια ενενήντα εφτά οι χρόνοι
στην Αὐγενική ἐπέσανε πάθη καϋμοί και πόνοι
Νάθελα στράψει ὁ οὐρανός και να μαυρίσει ἡ γιώρα
τση Μεσσαράς το τακτικό όντε ‘θελα μπεῖ στη χώρα.
Ο σκύλος ὁ κολαγασής ήτανε μεθυσμένος,
σαν εἶδενε τους Χριστανούς σα σκύλος λυσσασμένος,
σαν εἶδενε τους Χριστανούς με δίχως ὅπλα πᾶνε,
ἀμέσως εδιώρισε ὁ σκύλος να τους φάνε.
Η μάχη τρομερά τάνε εκειά στο Καμαράκι,
πρῶτος ἀπού βαρήκενε Σταῦρος ὁ Σπινθουράκης.
Μεγάλη όργητα χενε ὁ Χάρος μέ τά σένα,
ἡ πρώτη σφαίρα πουπεσε στον πόδα τήνε παίρνει
και ξαναδευτερώνουνε και πέφτει ἀποθαμένος,
Όφου ἄδικα που χάθηκε αὐτός ὁ ἀντρειωμένος,
Πιο κάτω Θιός στις λεμονιές, ἐκεια στο λιβαδάκι
ἐκειά τἄνε κι ὁ θάνατος τοῦ ᾿Αντώνη του Βλαχάκη.
Ο θάνατος σου λύπησε αντρειωμένε ‘Αντώνη,
ἀπού σου να βασιλικός, τσ’ Αὐγενικῆς περβόλι.
“Αδύνατος ἦτο πολύς πού δέν ἦταν ἄλλος,
μικρός εἰς τὸ ἀνάστημα με στην καρδιά μεγάλος,
Μαζί του λαβωθήκανε αὐτός και τα Πετράκια,
ὁ Γιώργης με τον Κωνσταντή τα δυό καλά ἀδελφάκια.
“όφου κακό που ἔπαθε ἡ κακομοίρα μάννα,
να χάσει δυο χρυσά φλουριά μέσα ἀπό τήν κασέλα
τρία παιδιά ’χε αρσενικά και να τσ᾿ ἀφήσει ἕνα,
Μαζί ’ντος ἐλαβώθηκε και το Χελιδονάκι,
ὁ Ξενοφώντας, τέτοιος υιός, τέτοιο παλληκαράκι.
οἱ φίλοι του τον πήρανε καὶ πᾶνε στοῦ κυροῦ του
και λένε του γιατρό να φέρει τοῦ παιδιοῦ του.
Και ο γιατρός ἐρώτησε που εἶναι λαβωμένος,
ἂν ἔχει ἐλπίδα για ζωή αὐτός ὁ ἀντριωμένος .
Λέει του δυο δάκτυλα πιο κάτω από το φάλι
κι ο γιατρός ὡς τάκουσε τα χείλη του δαγκάνει.
Δὲν ἔχει ἐλπίδα για ζωή αὐτός ὁ ἀντριωμένος,
ὥστε νὰ πᾶτε στο χωριό θα νάναι ἀποθαμένος.
Του Γεργιανάκη ὁ Νικολῆς ποὕταν κοντά στ’ ἀσκέρι
σαν εἶδε και κατάλαβε πως κίνδυνο θα φέρει,
φεύγει φωνάζει στ’ άρματα παιδιά για θα πιαστούμε
ἂν δὲ βοηθήσει ἡ Παναγιά ὅλοι μας θα χαθοῦμε.
Και τ’ άρματα του ξέστρωσε και στ’ αλωνάκι φτάνει
πριχού να πάει να κρυφτεῖ τοῦ τρέχει να ποθάνει.
Εκειά στο γύρο τ’ αλωνιού τον βρήκε μια σφαίρα
από τη μπάντα τη δεξα καί δέν ἐβγῆκε πέρα .
“Οφου και παραβαρήθηκα ἐτούτηνε τήν ὥρα
και δῶστε μου μια λια νερό γιατί ποθαίνω κιόλας.
Και διδού ντου μια λια νερό και πίνει ένα μπαρντάκι,
μ’ αὐτό δέν ήτανε νερό μα ήτονε φαρμάκι
και σέρνει άλλη μια φωνή, ἄχι γλυκί μου ταῖρι
και πως θα ἀκούσεις σήμερα το σκοτεινό χαμπέρι.
Δεκάξι μήνες κάναμε σένα προσκεφαλάδι
κι’ απόψε γώ θα κοιμηθώ στο μαυρισμένο Άδη.
τα μάτια του ενεντράνισε σὰν εἶδε τον οντά του,
και σα το βρύσης το νερό τρέχουν τα δάκρυα του
κι ὕστερα τα χαμήλωσε και βγαίνει ή ψηχή του.
Ξένοι ἐχθροί καί ἐδικοί ἐκλάψαν το κορμί του.
Πολύ μακρά εἰς τό χωριό είναι να λειβαδάκι
έκειά τάνε κι ο θάνατος του Αηθωμιανοῦ Πετράκη.
όσοι Χριστό πιστεύουνε και τόνε προσκυνοῦμε,
λιβάνι νά τσ’ ἀνάβουνε και να τσ’ συνχωροῦνε.