ΑΦΗΓΗΜΑΤΑ

επι­λο­γή Ιστο­ρί­ας

Στην  γει­το­νιά μου την παλιά,.….….…

της Κατε­ρί­νας Σχοι­να­ρά­κη — Σταυ­ρου­λά­κη

Στην  γει­το­νιά μου την παλιά, …….

Επει­δή το μυα­λό ξεφεύ­γει πολ­λές φορές κάνο­ντας βόλ­τες κατε­βαί­νει σιγά σιγά στην γει­το­νιά των παι­δι­κών μου χρό­νων. Θυμά­μαι τους ξεχω­ρι­στούς ανθρώ­πους, Βλα­χο­γιάν­νε­να, Βερ­γι­νια Πετρά­κη με τις ιστο­ρί­ες για νεράι­δες και φαντά­σμα­τα που μας κάναν να γουρ­λώ­νου­με τα μάτια μας και η τρί­χα κάγκε­λο από το φόβο, όμως και τις ιστο­ρί­ες για τους Αγί­ους που μας ηρε­μού­σαν. Επί­σης την Αδα­μο­γιωρ­γαι­να και τον Αδα­μο­γιωρ­γη που έβα­ζε στό­χους στην πόρ­τα και χτυ­πού­σε με τον τσι­φτε ( Όπλο).

Ποιο μέσα στο στε­νό την Πατε­δο­Ε­λε­νη να ασχο­λεί­στε με το άναμ­μα του φούρ­νου και οι ωραί­ες μυρω­διές να ανα­δύ­ο­νται στην γει­το­νιά το ψωμί ζεστό- ζεστό απε­ρί­γρα­πτη νοστι­μιά. Ποιο κάτω την Καμα­ρο­Ε­λε­νη τον άντρα της Πετρο­Λευ­τε­ρη, έναν ευγε­νή άνθρω­πο ήσυ­χο γελα­στό.

 Τι να πω για τον Τσου­κο­γιωρ­γη που πάντα με το τρα­γού­δι έσφα­ζε τα ζωντα­νά δυνα­τός γερός άνθρω­πος, ξενο­μπα­της και αυτός, ρίζω­σε στο χωριό μας καλα­μπουρ­τζης. Η γυναί­κα του, η Κυρία Ελέ­νη , αρχό­ντισ­σα που είχε όμορ­φη ψυχή. Τι να πρω­το­θυ­μη­θώ τα όμορ­φα κεντή­μα­τα της ή τις νόστι­μες τσι­γα­ρί­δες τις ημέ­ρες των Χρι­στου­γεν­νων?

Την οικο­γέ­νεια του Κωστή θωμα­δά­κη, με την Κατί­να την γυναί­κα του, πολ­λά βρά­δια μέχρι να πάρου­με εμείς τηλε­ό­ρα­ση πήγαι­να εκεί να δω τα σήριαλ, κάνο­ντας παρέα με τα κορί­τσια του την Μαρί­να και την Έφη (Θεο­νυμ­φη). Θυμά­μαι το χοί­ρο να κρέ­με­ται στο τσι­γκέ­λι στην κου­ζί­να για να στε­γνώ­σει το κρέ­ας με ένα νεράν­τζι στο στό­μα . 

Ποιο κάτω το πατη­τή­ρι στο σπί­τι του Μαρί­νου Βαρ­βε­ρα­κη την γυναί­κα του Άννη, καλο­συ­νά­τη και ευγε­νι­κός άνθρω­πος. Τον Βρέν­τζο τον Γιώρ­γη και την γυναί­κα του Ανδρο­νί­κη με τα ωραία της ζυμω­τά ψωμιά, τα τυριά της.. αυτό το σπί­τι μύρι­ζε γάλα από τα καλού­δια που έφτια­χνε και πάντα έδι­νε και στη γει­το­νιά . Ποιο μέσα στο στε­νό το σπί­τι του καντη­λα­νά­φτη Γρή­γο­ρη Δερ­μι­τζά­κη και της γυναί­κας του Ειρή­νης, πολύ καλός άνθρω­πος .

Επί­σης το σπί­τι του Σταυ­ρου­λά­κη Κωστή (Κοσο­λο­κω­στα­ντη) και η καλή του γυναί­κα Σοφία μια γυναί­κα ήσυ­χη και καλή που δεν θα ξεχά­σω όταν έχα­σε την κόρη της Ρηνιώ, το μοι­ρο­λόι της το όμορ­φο . Ξέρε­τε πως ακό­μα και τα μοι­ρο­λό­για έχου­νε μόνο αγά­πη και πόνο ψυχής. Ποιο πάνω τον Κοσμα­δα­κη Μανό­λη και την γυναί­κα του Φιλιώ μια αξία γυναί­κα και αυτή “ξενο­μπα­σα­ρισ­σα” έτσι λέγα­νε τους ανθρώ­πους που είχαν κατα­γω­γή από άλλα χωριά. Ερχό­τα­νε νύφες και γαμπροί σε κάποιο άλλο χωριό.

Απέ­να­ντι το σπί­τι του Πετρο­κω­στα­ντη και η γυναί­κα του Στυ­λια­νή με τα ωραία κεντη­τά της και τις νόστι­μες πίτες που έφτια­χνε. Το σπί­τι της Πανα­σα­νης, λέγα­με για­τί η Μαρία στο όνο­μα ήταν από το χωριό Πανα­σός με τον άντρα της Μανό­λη είχαν κοτό­που­λα σαν μια μικρή μονά­δα ας πού­με και τα έφτια­χναν εκεί τα έσφα­ζαν τα ζεμά­τι­ζαν τα μαδού­σαν και βοη­θού­σαν κάποιες φορές και οι γεί­το­νες παίρ­νο­ντας το κάτι τι τους.

Ποιο κάτω το σπί­τι του Δερ­μι­τζο­Δη­μη­τρη και της γυναί­κας του Μαρί­νας αργό­τε­ρα έγι­ναν πρώ­τοι θεί­οι μου από την μεριά του συζύ­γου μου Αρι­στεί­δη Σχοι­να­ρα­κη θυμά­μαι το θείο το Δημή­τρη πηγαί­νο­ντας στο καφε­νείο να γυρί­ζει να κοι­τά­ζει τα ρού­χα του να δει αν έχουν κάτι, πάντα μερα­κλής με τον εαυ­τό του και η θεία Μαρί­να να τον σταυ­ρώ­νει μια κίνη­ση για καλό δρό­μο και γυρι­σμό.

Το πατη­τή­ρι του Γερ­για­νο­κω­στα­ντη ποιο κάτω στις δόξες του τότε που τα αμπέ­λια ήταν στα καλύ­τε­ρά τους .Το σπί­τι της Ελέ­νη της χήρας λέγα­με επει­δή έμει­νε νέα χήρα θυμά­μαι την ευχή που μου έδω­σε όταν αρρα­βω­νιά­στη­κα και μου είχε κάνει εντύ­πω­ση, την άκου­γα πρώ­τη φορά, παι­δί ήμουν ακό­μα, η ευχή ήταν ¨ΝΑ ΖΗΣΕΤΕ ΚΑΙ ΝΑ ΣΟΓΕΡΑΣΕΤΕ”.

Και σε αυτό το ταξί­δι των ανα­μνή­σε­ων και των αρω­μά­των ‘που το μυα­λό με πιλό­το την καρ­διά με αρμέ­νι­σε στο λιμά­νι της κάτω γει­το­νιάς της γει­το­νιάς της καρ­διάς μου’ ζωγρά­φι­σα έναν πίνα­κα χρω­μά­των και αισθή­σε­ων