ΑΦΗΓΗΜΑΤΑ

επι­λο­γή Ιστο­ρί­ας

το Πέτρι­νο τρα­πε­ζά­κι ( απο τον Νίκο Ε. Μαρ­γα­ρι­τσα­νά­κη )

το Πέτρι­νο τρα­πε­ζά­κι ( απο τον Νίκο Ε. Μαρ­γα­ρι­τσα­νά­κη )

και την Διμη­νιαία Περιο­δι­κή  Έκδο­ση εφη­με­ρί­δας του Πολι­τι­στι­κού Συλ­λό­γου Νέων Αυγε­νι­κής 

Πέρα­σε σχε­δόν μια δεκα­ε­τία χωρίς να έχω πατή­σει το πόδι μου στον τρύ­γο λόγω φόρ­του εργα­σί­ας, που είχα πάντα τον Αύγου­στο και για να λέμε και την αλή­θεια επει­δή προ­σπα­θού­σα πάντο­τε να βρί­σκω φθη­νές δικαιο­λο­γί­ες για να τον απο­φύ­γω. Φέτος, λοι­πόν, απο­φά­σι­σα να πάω έστω και για δυο μέρες, απ’ τη μια για να βοη­θή­σω λίγο τον πατέ­ρα μου, καθώς όλα τα προη­γού­με­να χρό­νια παρα­πο­νιό­ταν ότι δεν τον βοη­θού­σα­με και απ’ την άλλη για να θυμη­θώ βρε παι­δά­κι μου τι σημαί­νει τρύ­γος…

Ξυπνή­σα­με πρωί πρωί, βάλα­με τα ρού­χα της δου­λειάς και ετοι­μα­στή­κα­με να φύγου­με. Όλα όμως ήταν δια­φο­ρε­τι­κά… στο mazdaκι δεν υπήρ­χαν ούτε ξυλο­γαϊ­δά­ρες, ούτε καζά­να, ούτε καζα­νά­κια, ούτε σταυ­ροί. Δεν υπήρ­χε η μυρω­διά της ποτά­σας ή του σουλ­τα­φί­νο. Δεν υπήρ­χε γρά­δος για να μετρή­σου­με την αλου­σά. Μόνο οι ολο­καί­νου­ριες μαύ­ρες κλού­βες που είχα­με προ­μη­θευ­τεί απ’ το συνε­ται­ρι­σμό.

Φτά­σα­με στα Κού­σκου­ρα, είπα­με στο “όνο­μά σου Θε μου” και βάλα­με μπρο­στά. Πρέ­πει να ομο­λο­γή­σω ότι ήταν πάρα πολύ εύκο­λη δια­δι­κα­σία. Απλά τρυ­γού­σα­με και το μόνο μας μέλη­μα ήταν να φτά­σου­με γρή­γο­ρα στο οινο­ποιείο και να μην περι­μέ­νου­με ώρα στην ουρά για να παρα­δώ­σου­με. Ούτε να σε πονά­νε οι ώμοι σου απ’ το κου­βά­λη­μα όλη μέρα, ούτε τίπο­τα. Ακό­μα και οι συζη­τή­σεις είχαν δια­φο­ρε­τι­κό χαρα­κτή­ρα. Το μόνο που άκου­γες ήταν για το αν θα πέσει το πλα­φόν φέτος, για να μπο­ρέ­σου­με να καλυ­φθού­με χωρίς να απλώ­σου­με άλλα στα­φύ­λια. Επί­σης, για το πόσο παίρ­νει το οινο­ποιείο τα στα­φύ­λια, πόσο οι χον­δρέ­μπο­ροι, πότε πλη­ρώ­νει ο ένας και πότε ο άλλος. Τίπο­τα στην ατμό­σφαι­ρα δεν μου θύμι­ζε τον τρυ­γη­τό των παι­δι­κών μου χρό­νων, αυτόν που ήταν ο εφιάλ­της μου καθώς μεγά­λω­να και ο λόγος συχνών τσα­κω­μών με τον πατέ­ρα μου. Όλα είχαν μια πιο ευρω­παϊ­κή ατμό­σφαι­ρα.

Οι σκέ­ψεις μου έτρε­ξαν λίγα χρό­νια πίσω… στον Αύγου­στο των παι­δι­κών μου χρό­νων…. Σχε­δόν πάντο­τε τρυ­γού­σα­με μαζί με το θείο μου τον Αντώ­νη. Η απο­θέ­ω­ση ήταν κάθε φορά που πηγαί­να­με στα Γκα­βα­λια­νά. Για εμάς τα παι­διά ήταν το τρα­πε­ζά­κι του παπ­πού. Ένα πέτρι­νο τρα­πε­ζά­κι που είχε σκα­λί­σει ο παπ­πούς μου ο Μαρ­γα­ρι­τσα­νο­γιώρ­γης πιο γνω­στός ως .. (δεν τολ­μώ να το πω για­τί θα θυμώ­σει η για­γιά μου)! Γύρω απ’ αυτό το τρα­πε­ζά­κι είχαν δια­δρα­μα­τι­στεί απί­θα­νες κατα­στά­σεις κινη­μα­το­γρα­φι­κής τρέ­λας. Ενώ οι δικοί μας τρυ­γού­σαν, εμείς, τα μικρά, χωρι­ζό­μα­σταν πάντα σε ομά­δες. Ο αδελ­φός μου πάντα με την εξα­δέλ­φη μου την Εύη και εγώ με τον ξάδελ­φό μου τον Γιώρ­γη. Μικροί ενα­ντί­ον μεγά­λων… η ται­νία είχε πάντα την ίδια κατά­λη­ξη… τρώ­γα­με το ξύλο της ζωής μας, αλλά δεν το βάζα­με και κάτω!

Η στέρ­να, ο κατσα­μπλιάς, οι μέλισ­σες, οι καρυ­διές, κάθε τι σε αυτόν τον τόπο έχει να μου θυμί­σει γλυ­κές στιγ­μές της ζωής μου. Όπως είμαι σίγου­ρος ότι αντί­στοι­χες στιγ­μές έχει να θυμη­θεί ο καθέ­νας από εσάς και είναι ακρι­βώς αυτές οι στιγ­μές που μας δένουν με αυτόν τον τόπο που λέγε­ται Αυγε­νι­κή. Είναι οι κοι­νές μνή­μες μας που μας συν­δέ­ουν, γι’ αυτό αγα­πά­με την Αυγε­νι­κή μας.

Είχα δια­βά­σει κάπο­τε ότι οι μνή­μες είναι τα φτε­ρά των αγγέ­λων. Αυτές οι μνή­μες είναι τα φτε­ρά που μας οδη­γούν στο δικό μας παρά­δει­σο, την Αυγε­νι­κή!!

Υ.Γ.  Προς θεού δεν υπο­νοώ ότι η ζωή των αγρο­τών έχει γίνει εύκο­λη. Αντι­θέ­τως πρέ­πει το κρά­τος να τους αγκα­λιά­σει και να ακο­λου­θή­σει μια τέτοια κοι­νή αγρο­τι­κή πολι­τι­κή με σκο­πό τη σύγκλι­ση του βιο­τι­κού τους επι­πέ­δου με τους υπό­λοι­πους ευρω­παί­ους