ΑΦΗΓΗΜΑΤΑ

επι­λο­γή Ιστο­ρί­ας


Αγα­πη­τοί χωρια­νοί Χαί­ρε­τε!
Μάλ­λον θα σας φανεί παρά­ξε­νο το θέμα, στο οποίο ανα­φέ­ρο­μαι, αλλά είναι σημα­ντι­κό, αφού ρίχνει λίγο φως στο έργο μιας συγ­χω­ρια­νής μας. Τι είναι λοι­πόν; Δεν έχε­τε παρά να δια­βά­σε­τε παρα­κά­τω.
Πριν από κάμπο­σους μήνες ανέ­βαι­να επι­στρέ­φο­ντας από το δρό­μο της Αρκα­λειάς. Περ­νώ­ντας από το σπί­τι του Μαρί­νου του Βαρ­βε­ρά­κη βρέ­θη­κα, ‘ευγε­νι­κά καλε­σμέ­νος’, στο σπί­τι του (με βού­τη­ξε για την ακρί­βεια από τον ώμο, όπως απαι­τεί η κρη­τι­κή φιλο­ξε­νία και με τάβλια­σε για ένα ‘νερό’). Αρχί­σα­με λοι­πόν να συζη­τά­με για διά­φο­ρα θέμα­τα, όταν ξεκί­νη­σε να έρχε­ται και το ‘νερό’: κου­νέ­λι τηγα­νι­τό, τυρί με παξι­μά­δι, ντο­μά­τα με ελιές κι άλλο κου­νέ­λι και φρού­τα και άλλα πολ­λά, που σκέ­φτη­κα πως η δική του βρύ­ση παίρ­νει από άλλη δεξα­με­νή νερό!
Η αλή­θεια, πως στην αρχή απα­ντού­σα τυχαία στις ερω­τή­σεις του ‑με κίν­δυ­νο να παρε­ξη­γη­θώ- εξαι­τί­ας της ‘βαριάς ακο­ής’ που πάθαι­να, κάθε φορά που συζη­τού­σα με το θείο το Μαρί­νο. Αλλά σε λίγο συνή­θι­σα και μπο­ρού­σα­με λίγο πολύ να συνεν­νοη­θού­με άνε­τα. Καθώς λοι­πόν συζη­τού­σα­με και καθό­τι ο θεί­ος ο Μαρί­νος δια­βά­ζει πολύ και τον ενδια­φέ­ρουν τα πάντα, έφτα­σε η συζή­τη­ση και γύρω από την τέχνη. Λέγα­με λοι­πόν για τις αγιο­γρα­φί­ες και τις τεχνι­κές κτλ., όταν ξαφ­νι­κά μου λέει ‑και για φιλο­φρό­νη­ση περισ­σό­τε­ρο-: ‘Είναι κι εμέ­να, Αντω­νιό καμά­ρι μου, η πεθε­ρά μου που ζωγρα­φί­ζει, αλλά αυτή δεν πιά­νει πρά­μα μπρο­στά σου’. Ευτυ­χώς, δεν ήταν μπρο­στά η θεία η Άννη να μας ακού­σει (είχε πάει να φέρει μυζη­θρό­πι­τες). Αν και τέτοιος καλός άνθρω­πος που είναι, σίγου­ρα θα γελού­σε και αυτή.
Εγώ, λοι­πόν, εκεί­νη την ώρα σκέ­φτη­κα ότι ο θεί­ος ο Μαρί­νος είχε μεγά­λο λάθος στο θέμα αυτό και αρχί­σα­με συζη­τώ­ντας να ξεμπερ­δεύ­ου­με το κου­βά­ρι αυτό. Τα επι­χει­ρή­μα­τα μου ήταν γενι­κά τα παρα­κά­τω (ο θεί­ος ο Μαρί­νος μπο­ρεί να γρά­ψει τα δικά του σε άλλο άρθρο). Πολύς κόσμος πιστεύ­ει ότι ένας καλός πίνα­κας ζωγρα­φι­κής είναι αυτός που δεί­χνει τα πράγ­μα­τα όσο γίνε­ται πιο ‘πραγ­μα­τι­κά’. Λέμε καμιά φορά πως κάτι είναι τόσο ωραίο σαν να ήταν αλη­θι­νό ή ακό­μα: ‘πω, πω σαν ζωντα­νό είναι!’. Όμως, αυτό είναι πέρα για πέρα λάθος και έχει καταρ­ρι­φθεί από τον κόσμο της τέχνης, εδώ και 150 χρό­νια. Ένας καλός πίνα­κας, ούτε ωραί­ος είναι κατά ανά­γκη, ούτε πρέ­πει απα­ραι­τή­τως να είναι πιστός στην ανα­πα­ρά­στα­ση της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Η φωτο­γρα­φία, άλλω­στε, αντα­πο­κρί­νε­ται πιο ικα­νο­ποι­η­τι­κά σ’ αυτό το αίτη­μα. Άρα, πρέ­πει να ψάξου­με αλλού την αξία που μπο­ρεί να έχει ένα έργο τέχνης. Η αλή­θεια είναι, βέβαια, ότι κανέ­νας ορι­σμός δεν υπάρ­χει που να ικα­νο­ποιεί από­λυ­τα την ερώ­τη­ση.
Συνε­χί­ζο­ντας τη συζή­τη­ση με το θείο το Μαρί­νο και μασου­λώ­ντας ένα ροδά­κι­νο από το περι­βό­λι του, θυμή­θη­κα μια φορά που έμπαι­να σε κάποιο εξω­κλή­σι και έβλε­πα τις ζωγρα­φιές της θεί­ας της Ζερ­βο­πό­πης (για τη δου­λειά της οποί­ας τόση πολε­μι­κή!) θυμή­θη­κα πόσο πολύ με ξεκού­ρα­ζαν και πόσο πολύ με μετέ­φε­ραν στον τόπο του θέμα­τος της. Οι ζωγρα­φιές της αυτές για κάποιον που επι­μέ­νει στην πιστή ανα­πα­ρά­στα­ση της φύσης σ’ έναν πίνα­κα, θα φανούν απο­γοη­τευ­τι­κές. Η θεία η Ζερ­βο­πό­πη έχει καταρ­γή­σει στους πίνα­κες της κάθε έννοια προ­ο­πτι­κής και ανα­λο­γί­ας. Μπο­ρού­με, για παρά­δειγ­μα, στο έργο της να δού­με ανθρώ­πους ή αντι­κεί­με­να που βρί­σκο­νται αρκε­τά μακριά, να είναι δυσα­νά­λο­γα μεγε­θυ­μέ­να, χωρίς, δηλα­δή, πάντα να υπό­κει­νται στον νόμο, που μας λέει πως, ό,τι απο­μα­κρύ­νε­ται, μικραί­νει με μαθη­μα­τι­κή ακρί­βεια. Πολ­λές φορές, επί­σης, βλέ­που­με στα πρό­σω­πα που ζωγρα­φί­ζει ότι δεν υπάρ­χει πραγ­μα­τι­κή ανα­λο­γία ανά­με­σα στα μέλη τους, αλλά παρα­μορ­φώ­νο­νται ελα­φρώς από τον ‘λαϊ­κό χρω­στή­ρα’ της θεί­ας Ζερ­βο­πό­πης.
Αυτά είναι τα εμφα­νή χαρα­κτη­ρι­στι­κά του έργου της, μπο­ρεί αρχι­κά να μας κάνουν να τα απο­στρα­φού­με και να μην τα παρα­τη­ρή­σου­με, όπως τους αξί­ζει. Αυτό το γνή­σια λαϊ­κό ύφος που κάνει το θείο το Μαρί­νο να τοπο­θε­τεί την πεθε­ρά του( πάντα προς δική μου, όπως είπα­με, φιλο­φρό­νη­ση) στους ‘αφε­λείς’ –naive- ζωγρά­φους. Η τέχνη, βέβαια, σήμε­ρα έχει προ πολ­λού ξεφύ­γει από ΄λες αυτές της συμ­βά­σεις της προ­ο­πτι­κής, των ανα­λο­γιών και της πιστής μίμη­σης και μπο­ρεί με σιγου­ριά να κατα­τά­ξει το έργο της ζωγρά­φου στα πλαί­σια της Μοντέρ­νας Τέχνης. Ακού­γε­ται παρά­ξε­νο ε; κι όμως η θεία η Ζερ­βο­πό­πη είναι ένας Μοντέρ­νος Ζωγρά­φος! (εδώ η θεί­ος ο Μαρί­νος με αγριο­κοί­τα­ξε λίγο).
Όπως στα έργα του μεγά­λου Έλλη­να λαϊ­κού ζωγρά­φου, έτσι και στα έργα της χωρια­νής μας συν­δυά­ζε­ται το μοντέρ­νο με την απλό­τη­τα και την αμε­σό­τη­τα. Και για­τί είναι μοντέρ­νο το έργο της; Για­τί είναι αλη­θι­νό! Οι πίνα­κες της δεν προ­σπα­θούν να κάνουν ψεύ­τι­κα όμορ­φα τα πρό­σω­πα, κρύ­βουν τις πινε­λιές από τις οποί­ες φτιά­χτη­καν, δεν θέλουν να μας ξεγε­λά­σουν. Αντί­θε­τα, μαρ­τυ­ρούν κάθε δευ­τε­ρό­λε­πτο της διάρ­κειας κατα­σκευ­ής τους, κάθε τρε­μού­λια­σμα του χεριού της ζωγρά­φου, κάθε αγω­νία της να αντι­γρά­ψει δημιουρ­γι­κά το πρό­τυ­πο της. Όλα αυτά, η αμε­σό­τη­τα, η ειλι­κρί­νεια και η απλό­τη­τα, λάμπουν σαν πετρά­δια στο έργο της. Και καθώς σήμε­ρα, περισ­σό­τε­ρο από ποτέ, είναι δυσεύ­ρε­τα, όταν τα συνα­ντού­με σε ένα έργο, ξεκου­ρα­ζό­μα­στε και ισορ­ρο­πού­με. Υπ’ αυτήν την έννοια το έργο της χωρια­νής μας είναι σύγ­χρο­νο και δια­χρο­νι­κό, άρα μοντέρ­νο.
Θυμη­θεί­τε μόνο ένα μεγά­λο τοπίο της, που βρί­σκε­ται στον πολι­τι­στι­κό σύλ­λο­γο σήμε­ρα. Εγώ, του­λά­χι­στον, πολύ θα το ήθε­λα στο σπί­τι μου(αν και θα έπρε­πε μετά να κοι­μά­μαι στην αυλή λόγω μεγέ­θους). Έργο άμε­σο και δυνα­μι­κό. Φτιαγ­μέ­νο με απλές άνε­τες πινε­λιές, που ενώ μας παρου­σιά­ζει ένα σωρό πράγ­μα­τα, έχει το σπά­νιο προ­νό­μιο να μην είναι ούτε φλύ­α­ρο, ούτε να κου­ρά­ζει το θεα­τή. Και όπως
σ’ όλα τα έργα της, εκπέ­μπει την αγά­πη της ζωγρά­φου για την κρη­τι­κή φύση και παρά­δο­ση, που μετα­φέ­ρε­ται στους νεό­τε­ρους με μία φρε­σκά­δα, χωρίς πολ­λά λόγια προ­πά­ντων (για­τί αλή­θεια, τα ‘χου­με βαρε­θεί).
Έτσι, λοι­πόν, έπει­σα το θείο το Μαρί­νο πως οι ζωγρα­φιές, που στο­λί­ζουν το σπί­τι του, μπο­ρεί να έχουν και μεγα­λύ­τε­ρη αξία απ’ ό,τι φαντά­ζε­ται. Η θεία η Ζερ­βο­πό­πη, ας με συγ­χω­ρέ­σει που δεν την ανα­φέ­ρω πιο επί­ση­μα ως Καλ­λιό­πη Ζερ­βά­κη, αλλά το κάνω επει­δή είναι σα να την ξέρω αρκε­τά μέσα από τις ζωγρα­φιές της και αισθά­νο­μαι –λόγω επαγ­γέλ­μα­τος– συγ­γε­νής προς αυτήν. Γι’ αυτό και γρά­φω αυτό το κεί­με­νο σε σας, ώστε την επό­με­νη φορά, που θα βρε­θεί­τε σ’ ένα εξω­κλή­σι, να μην διστά­σε­τε να χαρεί­τε το θαυ­μά­σιο έργο της. Και μην ξεχνά­τε πως η τέχνη δεν είναι για να την κατα­λα­βαί­νου­με, αλλά για να τη χαι­ρό­μα­στε.
Θεία Ζερ­βο­πό­πη Πολ­λά Χρό­νια να ζήσεις και να πάρεις φόρα να μας γεμί­σεις με τα έργα σου

επι­στρο­φή στα αφη­γή­μα­τα